Η πολιτική κατεύθυνση που επιλέγει ένα Κράτος είναι πολύ απλή:
(α) υψηλοί φόροι με ισχυρό κοινωνικό Κράτος και με αρκετές επιχειρήσεις στην ιδιοκτησία του, έτσι ώστε να παράγουν κέρδη για να προσφέρουν κοινωφελείς υπηρεσίες στους Πολίτες ή/και να στηρίζουν τα δημόσια έσοδά του, κάτι που είναι προς το συμφέρον των εισοδηματικά αδυνάμων,
(β) χαμηλοί φόροι με μικρό κοινωνικό Κράτος και με τις επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα, κάτι που εξυπηρετεί κυρίως τα ισχυρά εισοδηματικά στρώματα και
(γ) μία ενδιάμεση κατάσταση, μέσω της οποίας ισορροπούν οι κοινωνικές ομάδες.

Η πρώτη κατεύθυνση απαιτεί αποτελεσματικό Δημόσιο και υψηλά επίπεδα παιδείας της κοινωνίας, ενώ, όσον αφορά τη δεύτερη, έχει διαψευσθεί ο πατέρας του φιλελευθερισμού, ο Adam Smith, κατά τον οποίο: Οι πλούσιοι θα στήριζαν κατά κάποιον τρόπο με ένα μέρος των υπερβαλλόντων περιουσιακών τους στοιχείων τους φτωχούς (trickledown effect). Ως εκ τούτου, θεωρείται πιο ρεαλιστική η τρίτη κατεύθυνση, αν και η επίτευξη ισορροπίας είναι μία πολύ δύσκολη άσκηση.
Στα πλαίσια αυτά, συμπεραίνει κανείς πολύ εύκολα πως η Ελλάδα δεν ακολουθεί καμία πολιτική, αφού έχει υψηλούς φόρους χωρίς να είναι ανταποδοτικοί, (οπότε δίνεται κίνητρο στους Πολίτες να φοροδιαφεύγουν, αμυνόμενοι απέναντι στις ληστρικές φοροεισπρακτικές επιδρομές), συρρικνώνει το κοινωνικό Κράτος, ξεπουλάει τις μονοπωλιακές ή κερδοφόρες επιχειρήσεις της και στρέφει τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης. Με τον τρόπο αυτό εξυπηρετεί μόνο τις ξένες δυνάμεις κατοχής, οι οποίες έχουν στόχο την υφαρπαγή των περιουσιακών της στοιχείων, άρα την αλλαγή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος.
Από την άλλη πλευρά, η διαμόρφωση του οικονομικού περιβάλλοντος βασίζεται στις εξής ιδεολογίες:
(α) Ο «καπιταλισμός των μετόχων», τον οποίο αγκαλιάζουν οι περισσότερες δυτικές εταιρίες, που παρέχεται ελευθερία κινήσεων σε εταιρίες, με πρωταρχικό στόχο τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Εδώ εντάσσεται ο κλασικός φιλελευθερισμός, που εξελίσσεται σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, όταν επικρατούν λίγες μεγάλες επιχειρήσεις.
(β) Ο «κρατικός καπιταλισμός», που εμπιστεύεται την Κυβέρνηση να καθορίσει την κατεύθυνση της οικονομίας και έχει αναδειχθεί σε πολλές αναδυόμενες αγορές, ιδίως στην Κίνα. Ο κρατικός καπιταλισμός συχνά αποτελεί έναν καπιταλισμό της επιτήρησης, του πλήρους ελέγχου των μαζών, όσον αφορά τη συμπεριφορά τους.
(γ) Μία νέα, τρίτη, αναδυόμενη μετά την πανδημία, είναι «Ο καπιταλισμός των ενδιαφερομένων, που τοποθετεί τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες με μεγάλη συμμετοχή στο οικονομικό γίγνεσθαι ως διαχειριστές, κάτι που δεν είναι βέβαια δημοκρατικό. Πρόκειται για τη νέα του εξέλιξη, για τη «Μεγάλη Επαναφορά», στην οποία το Κράτος θα κατευθύνεται από τις πολυεθνικές ελίτ, με απώτερο στόχο την παγκόσμια διακυβέρνηση.

Ούτε εδώ δεν φαίνεται να ακολουθεί μια πολιτική η Ελλάδα, τουλάχιστον κατά τη μεταπολίτευση. Ουσιαστικά τείνει προς μια υβριδική μορφή, σε ένα είδος σύμπραξης δημόσιου τομέα με ιδιωτικά συμφέροντα, χωρίς να υπάρχει κάποιο σχέδιο ανάπτυξης, ενώ ακόμη και αν υπήρχε, δεν έχει όραμα να υλοποιηθεί. Βέβαια, μετά την ένταξη στην ΕΕ, την υπερχρέωση και τα μνημόνια εξαρτάται από τις επιλογές της ΕΕ είτε μέσω κοινοτικών οδηγιών είτε μέσω των προαπαιτούμενων των μνημονίων, με τον μανδύα της ενισχυμένης εποπτείας σήμερα.
Οι διάφοροι αναπτυξιακοί νόμοι που ψηφίζονται από την εκάστοτε Κυβέρνηση απλά δρουν διαχειριστικά, παρέχοντας κάποιες ρυθμίσεις και κίνητρα, φορολογικά και γραφειοκρατικά αλλά όχι κατευθύνσεις. Οι λεγόμενες στρατηγικές επενδύσεις περιλαμβάνουν έναν μεγάλο αριθμό τομέων, χωρίς κάποια εμφανή λογική, εκτός του ότι παρέχουν ευνοϊκές ρυθμίσεις για κάποιες υπάρχουσες δραστηριότητες, δηλαδή στην οικονομία του χθες, αντί γι’ αυτήν του αύριο. Σαν να βαδίζεις στο μέλλον κοιτώντας πίσω, με την όπισθεν.
Εμείς στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ πιστεύουμε σε μια πραγματικά φιλελεύθερη οικονομία, με περιθώρια δραστηριοποίησης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, κάτω από τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού. Με την αρωγή του Κράτους και των στρατηγικών δημόσιων επιχειρήσεων, ως πυλώνες στήριξης της ανάπτυξης, με σαφείς κατευθύνσεις δραστηριοποίησης.